Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2014

ΔΙΠΛΗ ΑΠΑΓΩΓΗ


                         Ψευδώνυμο :  Ψηλορείτης    
            ΔΙΠΛΗ   ΑΠΑΓΩΓΗ 
                       ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ   ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Το έθιμο της απαγωγής κοπέλας έλκει την καταγωγή του από την αρχαιότητα. Η ωραία Ελένη, η ωραιότερη γυναίκα του κόσμου, το σύμβολο της ομορφιάς, ήταν η αιτία του Τρωικού πολέμου. Ο  Άδης ερωτεύθηκε την Περσεφόνη, την οποία απήγαγε, ενώ μάζευε λουλούδια μαζί με τις νύμφες και τελικά με την επέμβαση του Δία  έγινε ο μεγάλος συμβιβασμός. Η Δήμητρα ξαναπήρε τη θέση της στον Όλυμπο και η Περσεφόνη θα μοίραζε τη χρονιά ανάμεσα στον Κάτω Κόσμο και τη μητέρα της.
Το έθιμο  απαγωγής της γυναίκας με σκοπό το γάμο, δεν το συναντάμε μόνο στην Κρήτη, αλλά αποτελεί ένα πανελλήνιο φαινόμενο περιορισμένων διαστάσεων τα τελευταία χρόνια. Τα αυστηρά  ήθη και έθιμα που συνδέονταν άμεσα με τις αλλεπάλληλες κατακτήσεις και υποδουλώσεις του νησιού, είχαν περιορίσει τη γυναίκα στα αυστηρά πλαίσια του σπιτιού, προκειμένου να προστατευτεί από τα αδιάκριτα αντρικά βλέμματα. Σε περιπτώσεις που  ο πατέρας της υποψήφιας νύφης αρνιόταν για διάφορους οικονομικούς, κοινωνικούς, οικογενειακούς, μορφωτικούς λόγους να συναινέσει στο συνοικέσιο, τότε ο υποψήφιος γαμπρός  προέβαινε αυτόβουλα στην απαγωγή άλλοτε με τη σύμφωνη γνώμη της νύφης και άλλοτε εν αγνοία της με τη συνοδεία δυο ή τριών συνήθως ένοπλων ατόμων, που λέγονται συνδρομητές. Ακόμα και σήμερα γίνονται τέτοιες απαγωγές, αλλά σε μικρότερο ποσοστό σε σύγκριση με τα παλιά. Οι απαγωγές αυτές  είχαν πάρει μεγαλύτερες διαστάσεις στη μέση και δυτική Κρήτη και ιδιαίτερα στην ορεινή ενδοχώρα στην περιοχή του Μυλοπόταμου και στα Σφακιά.
Τα Ανώγεια είναι ένα ορεινό χωριό κτισμένο σαν αετοφωλιά στις βόρειες πλαγιές του Γέρο Ψηλορείτη σε υψόμετρο 745 μέτρα. Κύριο επάγγελμα των κατοίκων ήταν ανέκαθεν η κτηνοτροφία που αριθμεί περίπου εκατό και πλέον χιλιάδες αιγοπρόβατα ακόμα και σήμερα.  Οι γεωργοί ασχολιόταν με την καλλιέργεια ελαιοδέντρων, αμπελιών, σιτηρών και κηπευτικών κυρίως της πατάτας. Για συμπλήρωση του εισοδήματός τους πήγαιναν ως εργάτες κυρίως στο νομό Ηρακλείου στο σκάψιμο αμπελιών, στο κλάδεμα, στο θέρισμα σιτηρών, στον τρυγητό και στο λιομάζωμα
Ωσάν άλλους Δωριείς της Πίνδου οι βοσκοί παλεύουν τα ακραία καιρικά φαινόμενα, μαζί με τα  αιγοπρόβατά τους για να επιβιώσουν. Διέσχιζαν κακοτράχαλα φαράγγια, λαγκαδιές, άλλοτε κυνηγημένοι από τον καταχτητή και άλλοτε να κυνηγούν οι ίδιοι τον εχθρό. Ο ιδιόμορφος αυτός τρόπος ζωής σιγά-σιγά τους δημιούργησε έναν τραχύ χαρακτήρα, ατσαλώθηκε η ψυχή τους, απέκτησαν ελεύθερο πνεύμα, πείσμα, αυταπάρνηση, ηρωισμό, αγάπη για την ελευθερία και έγιναν ανυπόταχτοι στον εκάστοτε καταχτητή. Αποτέλεσμα να ακολουθήσουν τρία ολοκαυτώματα των Ανωγείων το 1822 και το 1867 από τους Τούρκους και η κορυφαία πράξη Εθνικής Αντίστασης η ολοκληρωτική καταστροφή των Ανωγείων τον Αύγουστο του 1944. 
Η Γερμανική κατοχή 1941-44 κατέστρεψε την  ελληνική οικονομία, η οποία δεν συνήλθε ποτέ από τις στυγνές αφαιμάξεις, των κατοχικών δανείων και των ατελεύτητων απαιτήσεων  των  κατακτητών. Η έλλειψη τροφίμων οδήγησε στην πείνα του ελληνικού λαού,  έτσι ο πληθωρισμός γιγαντώθηκε, κέρδιζαν οι μαυραγορίτες και οι μεγαλοδοσίλογοι. Ο μαρασμός της παραγωγής και η καταβαράθρωση της οικονομίας είχε άμεσο επακόλουθο την κατοχική χρεοκοπία, από την οποία δεν συνήλθε ποτέ η Ελλάδα.
Οι Ανωγειανοί  εκτός από τα παραπάνω προβλήματα που απασχολούσαν τους έλληνες, είχαν να αντιμετωπίσουν  ένα ακόμα πιο  αγκαθώδες πρόβλημα, την εκ θεμελίων  καταστροφή του χωριού από τους Γερμανούς. Έτσι,  έχασαν τα σπίτια και τα υπάρχοντά τους. Ακολούθησε μετά ο Εμφύλιος Πόλεμος αυτή η μελανή σελίδα της Ελληνικής ιστορίας και οι Ανωγειανοί ξαναβρέθηκαν στο βουνό, είτε με τη μια, είτε από την άλλη παράταξη. Τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν ήταν αρκετά και συσσωρευμένα για πολλά  χρόνια.
 Στις αρχές του χειμώνα οι βοσκοί των Ανωγείων  ο ένας μετά τον άλλο άφηναν πίσω τις οικογένειές τους και οδηγούσαν τα ποίμνιά τους στα χειμαδιά,  για να γλιτώσουν από το βαρύ χειμώνα. Επέστρεφαν πίσω στο χωριό συνήθως την Άνοιξη λίγο πριν από το Πάσχα, να γιορτάσουν την ανάσταση του Κυρίου μαζί με τις οικογένειές τους.
Το παρακάτω  διήγημα - μυθοπλασία είναι μια αληθινή ιστορία με κίνητρο τον κεραυνοβόλο έρωτα, η οποία διαδραματίστηκε στα ηρωικά Ανώγεια Μυλοπόταμου από το 1946  μέχρι το 1948 κατά τη  διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου και εν μέσω των προβλημάτων που απασχολούσαν τους κατοίκους. Πρωταγωνιστής της ιστορίας μας είναι ο εικοσιεξάχρονος Λευτέρης Μανουράς ή Σωμαρολευτέρης νεαρός ζωηρός, που απήγαγε τη δεκαεπτάχρονη Μαρία Εμμανουήλ Βρέντζου, ένα άβγαλτο κορίτσι αυστηρών οικογενειακών αρχών.  Παντρεύτηκαν σε στενό οικογενειακό  κύκλο  του συζύγου της και ανέβηκαν στο βουνό μέχρι να ηρεμήσουν τα πνεύματα, γιατί ο πατέρας της νύμφης αρνιόταν να τους δεχθεί. Με την επέμβαση της Χωροφυλακής ο πατέρας της Μαρίας Μανώλης Βρέντζος ή Βόλης πήρε πίσω  την κόρη του μέσα από τα χέρια του γαμπρού. Έμεινε δυο χρόνια στο σπίτι του πατέρα της υπό αυστηρό περιορισμό. Μια παγερή όμως νύχτα του Γενάρη που χιόνιζε, την απήγαγε μέσα από το πατρικό σπίτι  ο άντρας της Λευτέρης  για δεύτερη φορά.  Από τους πρωταγωνιστές της υπόθεσης αυτής σήμερα βρίσκονται στη ζωή, η Μαρία, η αδελφή της Σοφία και ο αδελφός της Βασίλης.
 Η απαγωγή αυτή ανήκει πλέον στην ιστορία, όπως και οι πρωταγωνιστές της. Αυτή την αληθινή υπόθεση καταγράψαμε με τη βοήθεια της απαχθείσας πρωταγωνίστριας Μαρίας και άλλων ατόμων και  την παρουσιάζουμε με τη μορφή μυθοπλασίας. Πιστεύουμε, ότι έχει ιδιαίτερο  διαχρονικό ενδιαφέρω και δεν πρέπει να μείνει στην αφάνεια.

                                          ΔΙΠΛΗ  ΑΠΑΓΩΓΗ
              Ο μεγαλοβοσκός  Μανώλης Βρέντζος ή Βόλης  είχε μεταφέρει πολύ πρώιμα τα πρόβατά του στο χειμαδιό, μαζί με το γιό του Βασίλη ή Γκιάβρο. Το χειμαδιό βρίσκονταν στη θέση «Ρουσσές» νότια του αεροδρομίου Ηρακλείου. Τότε δεν υπήρχαν εκεί σπίτια, ούτε η βιομηχανική περιοχή. Ο Βόλης ήταν μετρίου αναστήματος,  ευτραφής, ισχυρογνώμονας, πουριτανός και διοικούσε πατριαρχικά την οικογένειά του, όπως άλλωστε και οι περισσότεροι Ανωγειανοί. Στα Ανώγεια την περίοδο εκείνη κυριαρχούσαν κατά κανόνα οι πατριαρχικές οικογένειες, ενώ τα ήθη και τα έθιμα ήταν πολύ αυστηρά. Πίσω στο σπίτι άφησε τη σύζυγό του, τις  κόρες του Σοφία, Ειρήνη, τη μικρότερη Μαρία, ενώ η Χαρίκλεια ήταν παντρεμένη. 
              Ο Βόλης έδωσε  παραγγελιά στη γυναίκα του Ανδρονίκη, να πάνε να πάρουν τις σκάφες που τάιζε τα πρόβατα  από τη θέση «Σμυρίλιο», που βρίσκεται ανατολικά των Ανωγείων, για να μην καταστραφούν το χειμώνα από τις βροχές και τα χιόνια. Πλησίον της θέσης αυτής βρίσκεται σήμερα το κέντρο «Ντελίνα».
  Στις 26 Σεπτεμβρίου 1946 η Μαρία η μικρότερη δεκαεπτάχρονη κόρη του Βόλη, μαζί με τη μεγαλύτερη ξαδέλφη της  Ελένη Βρέντζου ή Σκαμπιλολένη, πήγαν με το γάιδαρο στην παραπάνω  θέση, να μεταφέρουν τις σκάφες στο χωριό.  Προσπαθούσαν με δυσκολία να  φορτώσουν τις σκάφες στο σαμάρι του γαιδάρου, γιατί ήταν μακριές, βαριές, κατασκευασμένες από λαμαρίνα και γλιστρούσαν μπροστά. Την ώρα που είχαν κάπως φορτώσει τις σκάφες στο γαϊδούρι και ετοιμάζονταν να φύγουν, πέρασε από  εκεί ο Γιώργης Ξυλούρης ή Γκρας πρώτος ξάδελφος της Μαρίας και τις ρώτησε αν έχουν ανάγκη  τη βοήθειά του. Εκείνες τους απάντησαν, ότι ταλαιπωρήθηκαν πολύ, αλλά τα κατάφεραν  και είναι έτοιμες να αναχωρήσουν για το χωριό. Ο Γκρας πήρε το μονοπάτι αριστερά που οδηγούσε στη συνοικία Περαχώρι των Ανωγείων, ενώ αυτές πήραν δεξιά το άλλο μονοπάτι, που οδηγούσε στη συνοικία Μετόχι.
             Όταν έφθαναν στην αρχή του οικισμού Μετόχι, είδαν καμιά δεκαριά Ανωγειανούς συγκεντρωμένους, παραξενεύτηκαν και νόμισαν ότι κάτι είχε συμβεί. Τις πλησίασαν τότε ο Λευτέρης Μανουράς ή Σωμαρολευτέρης 26 χρονών, ο μικρότερος αδελφός του Γιώργης ή Παππούς, ο  Λευτέρης Αεράκης ή Νταρολευτέρης, ο Νταρογιώργης, ο Μανώλης Μανουράς ή Ζωνομανώλης και ο Σταύρος Μανουράς ή Ψαροσταύρος και απήγαγαν  τη Μαρία δια της βίας. Η Μαρία αιφνιδιάστηκε τα έχασε και μόλις συνήλθε κάπως από το  μεγάλο σοκ,  ρώτησε,  ποιος είναι ο γαμπρός; Τότε ένας  από αυτούς της έδειξε το Σωμαρολευτέρη. Η ξαδέλφη της έντρομη, πανικοβλημένη, παράτησε το γάιδαρο και τρέχοντας προς το χωριό φώναζε δυνατά, ότι έκλεψαν τη Μαρία, έτσι ξεσηκώθηκε στο πόδι όλο το χωριό.
                Τους Ανωγειανούς τους  βρίσκεις  μόνο με τα παρατσούκλια τους και πολλές φορές αν  ζητήσεις  κάποιο άτομο με το όνομά του, δύσκολα το βρίσκεις. Στο εξής θα τους αναφέρω με τα παρατσούκλια.
                Η απαγωγή  κοριτσιού στα Ανώγεια, αλλά και στην υπόλοιπη Κρήτη  με σκοπό το γάμο η λεγόμενη «κλεψιά»,  ήταν αρκετά διαδεδομένη στα παλιά χρόνια, ένα σύνηθες φαινόμενο και δεμένη με την υπερηφάνεια του Κρητικού. Όταν ο πατέρας αρνιόταν για διάφορους λόγους ή έκανε «παζαρέματα», να  δώσει την κόρη του στο γαμπρό, τότε ο υποψήφιος γαμπρός την παίρνει μόνος του. Την «απαγάγει» με τη συνοδεία δυο ή τριών  ένοπλων ατόμων, που λέγονται συνδρομητές. Ακόμα και σήμερα γίνονται λίγες  τέτοιες απαγωγές.
               Ο Σωμαρολευτέρης με τη Μαρία και τους συνδρομητές τράβηξαν νοτιοανατολικά των Ανωγείων στο αόρι (βουνό) με σκοπό να κρυφθούν κάπου, γιατί σε λίγο θα τους αναζητούσαν οι συγγενείς της Μαρίας.  Πήγαν στη θέση  «Κόκκινο Δέτη» και κρύφθηκαν σε μια σπηλιά, η οποία είχε πολύ μικρό πόρο (είσοδο).  Με το άκουσμα της απαγωγής έγινε μεγάλος ντόρος και το χωριό μοιράστηκε στα δυο, οι μισοί ήταν με το Βόλη και οι άλλοι με το Σωμαρολευτέρη. Η οικογένεια των Βρέντζηδων μαζί με φίλους  και συγγενείς άρχισαν την αναζήτηση του ζευγαριού κτενίζοντας το βουνό.  Σκοπός τους ήταν να τους εντοπίσουν  και να πάρουν πίσω το  ανήλικο κορίτσι. Η μητέρα της Μαρίας Ανδρονίκη εκείνη την ημέρα είχε πάει στο χωριό Γωνιές  με το  γάιδαρο, για  να αλέσει σιτάρι  στο νερόμυλο.
              Η Μαρία ήταν έφηβη, πολύ όμορφη, με μαύρα μάτια, λυγερόκορμη, μετρίου αναστήματος, είχε όμορφες γάμπες και γενικά ήταν ένα  δροσερό,  ελκυστικό κορίτσι, που τραβούσε πάνω της τα μάτια των νεαρών.  
              Να δούμε όμως πώς μου περιέγραψε στις 31-10-2012 η Μαρία ( 85 ετών)   πρωταγωνίστρια της υπόθεσης τις στιγμές της απαγωγής της : « Κρυφθήκαμε σε  μια  σπηλιά με  πολύ μικρό πόρο που γνώριζε ο Λευτέρης και δε φαινόταν εύκολα. Δεν πέρασαν δυο με τρεις ώρες και ακούσαμε φασαρία, μας αναζητούσαν οι συγγενείς μου. Πέρασαν δίπλα  από τη σπηλιά, εμείς δεν μιλούσαμε καθόλου, δεν μας είδαν και έφυγαν.  Μάλλον δεν γνώριζαν,  ότι  υπήρχε εκεί σπηλιά. Μια φορά μου είχε πει η σύζυγος του Περικλή από το χωριό Λιβάδια, η οποία προέβλεπε το μέλλον, ότι θα περάσω πολλά βάσανα και θα με κλέψουν. Όταν ήμουνα 13 χρονών είχα πάει στο μητάτο του πατέρα μου στη θέση «Ρούσα Λίμνη» στον Ψηλορείτη. Με έστειλε ο πατέρας μου να φέρω πίσω τα πρόβατα, τότε είδα ένα κεφάλι να με κοιτάζει μέσα από τα σφεντάμια και μου είπε:  «Θα κλέψω και σένα και τα πρόβατά σου». Ο νεαρός αυτός ήταν από το χωριό  Ζωνιανά, τον γνώρισα καλά, αλλά δεν είπα τίποτα στον πατέρα μου. Επίσης στο χωριό μου είχαν πει  δυο νεαροί Κεφαλογιάννηδες,  ότι θα με κλέψουν. Όταν έκαψαν  το χωριό μας οι Γερμανοί το 1944, πήγαμε στο χωριό Αξός, εκεί  με είδε  ένας αξικός και μου είπε, ότι θα με κλέψει. Τουλάχιστο δέκα άτομα μου είχαν πει, ότι θα με κλέψουν και τελικά με έκλεψε ο Σωμαρολευτέρης. Φαίνεται πως ήταν γραμμένο, όπως μου το είχε πει η μάγισσα ».
              Ρώτησα τη Μαρία αν αγαπιόντουσαν με το Λευτέρη  από πριν και μου απάντησε: « Τα σπίτια μας είναι πολύ κοντά περίπου 50 μέτρα, δεν είχαμε ανταλλάξει ούτε ένα χαιρετισμό, γιατί την εποχή εκείνη στο χωριό υπήρχαν αυστηρά ήθη και έθιμα και οι παντρειές γινόντουσαν με προξενιό. Στο χωριό τότε υπήρχαν  πέντε με έξι  βρύσες από τις οποίες παίρναμε νερό με τα σταμνιά και κρατούσαμε νομπέτι (σειρά). Μια μέρα πήγαμε με την ξαδέλφη μου τη Σκαμπιλολένη  στο δεξαμενάκι στην πλατεία του Αι Γιώργη να πάρουμε νερό. Ήταν πολλές κοπελιές στη σειρά και θα καθυστερούσαμε πολύ. Μας είδε η Βλατάδαινα και είπε στις άλλες κοπελιές, να μας παραχωρήσουν τη σειρά να πάρουμε νερό, γιατί είμαστε από άλλη γειτονιά. Όταν κατηφορίσαμε για το σπίτι με τα σταμνιά στον ώμο, στάθηκε μπροστά μας ο Σωμαρολευτέρης με κοίταξε στα μάτια με ερωτικό τρόπο, εγώ  όμως δεν του έδωσα καμιά σημασία. Κάποια άλλη μέρα που επιστρέφαμε από τη βρύση με τα σταμνιά τον ώμο με τη φιλενάδα μου, μας είχαν στήσει οι νεαροί στο δρόμο μια βροχάδα (είναι ένα σύρμα με θηλιά) που πιάνουν το λαγό, μου έπιασε το πόδι, έπεσα κάτω και έσπασα το σταμνί, ενώ οι νεαροί γελούσαν από την άλλη μεριά του δρόμου».
              Ο Σωμαρολευτέρης ήταν άντρας μετρίου αναστήματος, πολύ ζωηρός, αδύνατος, με γαλάζια μάτια, ίσχυα μαλλιά και δεν είχε καμιά μόνιμη εργασία. Τακτικά πήγαινε στο σπίτι του συγγενή του παπά Μιχάλη Μανουρά στη συνοικία του Αϊ Γιώργη και η μεγάλη του κόρη Λευκοθέα τον κερνούσε διάφορες λιχουδιές. Την εποχή εκείνη πάντα υπήρχαν τρόφιμα και λιχουδιές στο σπίτι του παπά. Η οικογένεια του Σωμαρολευτέρη αποτελούνταν από εννέα άτομα, ήταν πάρα πολύ φτωχιά, είχε ορφανέψει από πατέρα και τον αδελφό του Αριστομένη ή Μένιο που ανήκε στο ΕΑΜ, δολοφόνησε η οργάνωση Χ (Χίτες) στην Αθήνα το Γενάρη του 1946 την ώρα που επέστρεφε στο σπίτι του.
              Η Λευκοθέα, η οποία ήταν πάρα πολύ όμορφη, άρχισε να  βλέπει το Λευτέρη ερωτικά και  τον ρωτούσε αν έχει κοπελιά. Αυτός πήγαινε κυρίως για  να φάει κάτι, γιατί πεινούσε, αλλά σιγά-σιγά άρχισε να πονηρεύεται   με τα λεγόμενα της Λευκοθέας, η οποία ήταν μεγαλύτερη του και άρχισε να τη βλέπει και αυτός πονηρά. Ο παπάς Μιχάλης έμαθε  πολύ γρήγορα το ειδύλλιο του Λευτέρη με την κόρη του Λευκοθέα και θεώρησε την όλη υπόθεση αστεία, γιατί ήταν συγγενείς  και από την ίδια οικογένεια.  Εξάλλου ο Σωμαρολευτέρης ήταν  μικρός χωρίς εργασία  και είχε μεγάλη νεανική τρέλα. Συναντούσε  πολλές φορές στο δρόμο τον παπά, τον σταματούσε και  απαιτούσε  να του δώσει τη Λευκοθέα για σύζυγο.  Ο  παπάς από τη μεριά του για  να τον ξεφορτωθεί του έλεγε,  άσε και θα δούμε τι θα γίνει ή δεν του έδινε καμιά σημασία. Μια μέρα έτρεχαν  εν πομπή υπό βροχή και  δυνατό  αέρα ένα νεκρό στο κοιμητήριο. Στη θέση «Σκαλώματα»  ο Σωμαρολευτέρης πέρασε μπροστά  από την νεκρική πομπή και λέει στον παπά Μιχάλη: «Να μου δώσεις θες την  κόρη σου»! Και ο παπάς του λέει:  «Άσε να θάψουμε πρώτα το νεκρό και ύστερα θα δούμε».
              Ο καιρός περνούσε και ο Σωμαρολευτέρης  δεν έβλεπε καμιά ανταπόκριση από τον παπά Μιχάλη, έτσι είδε και απόειδε. Πήρε την απόφαση να δράσει άμεσα, πήγε  λοιπόν στο σπίτι του παπά και με ένα ψαλίδι έκοψε τις πλεξίδες των μαλλιών της Λευκοθέας. Η προσβολή που έκανε στον παπά Μιχάλη και στη Λευκοθέα ήταν πολύ μεγάλη σύμφωνα με τα έθιμα των Ανωγείων και  έκτοτε δεν ξαναπήγε στο σπίτι του παπά. Κάθε μέρα πήγαινε και κάθονταν σε μια πεζούλα στην πλατεία του Αι  Γιώργη  απέναντι από το σπίτι της Λευκοθέας. Ήταν απογοητευμένος, ερωτοχτυπημένος, στεναχωρημένος, αφηρημένος, συλλογισμένος και κρατούσε το κεφάλι του. Μια μέρα τον πλησίασαν οι γειτόνισσες  του παπά Μιχάλη, η Αλμπατομύραινα και  η Βλατάδαινα  και του είπαν:
    -Γιατί μωρέ Λευτέρη κάθεσαι και στενοχωριέσαι, η Λευκοθέα είναι συγγενιά σου και μεγαλύτερη σου, να βρεις κάποια άλλη κοπελιά, μα το χωριό είναι γεμάτο! Ο Λευτέρης τις κοίταξε με ενδιαφέρον και τις ρώτησε.
  - Και ποια να πάρω;
  -Να πάρεις του λένε  τη Μαρία του Βόλη, που έρχεται και παίρνει νερό και είναι σαν τον άγγελο.
Ο ερωτοχτυπημένος νέος προβληματίστηκε κατάλαβε, ότι ο έρωτάς του θα έμενε ανεκπλήρωτος και τότε άρχισε να  σκέφτεται στα σοβαρά τις παραινέσεις των γυναικών, να στρέψει τα ερωτικά βέλη του σ΄ ένα νέο πιο  ελκυστικό στόχο, που δεν ήταν άλλος από τη Μαρία. Η ερωτική σπίθα θέριεψε, έγινε ασυγκράτητη και μοναδικό μέλημά του από εδώ και στο εξής δεν ήταν άλλο παρά η αρπαγή της.
            Μια μέρα η Μαρία με την ξαδέλφη της Σκαμπιλολένη κατέβαιναν από τον  Αι Γιώργη με τα σταμνιά στον ώμο γεμάτα νερό και τα πήγαιναν στα σπίτια τους.  Ξαφνικά πετάχτηκε μπροστά τους ο Σωμαρολευτέρης, κάρφωσε  κατάματα τη Μαρία με τα γαλανά του μάτια και φαίνεται ότι της αποκάλυψε τα ερωτικά του αισθήματα.
             Οι μέρες περνούσαν και καθημερινά ο έρωτας του Λευτέρη για τη Μαρία φούντωνε, γινόταν ορμητικός χείμαρρος, που γύρευε να την παρασύρει. Αναλογίζονταν, όμως, ότι υπήρχαν  πολλά εμπόδια αξεπέραστα: ότι ήταν  άνεργος, επιπόλαιος αφού έκανε πολλές νεανικές τρέλες, όπως εκείνο το πρόσφατο περιστατικό με τη Λευκοθέα, που καταδείκνυε την επιπολαιότητα και την ορμητικότητά του, επίσης,  οι μεγαλύτερες αδελφές της Μαρίας ήταν απάντρευτες, άρα ο πατέρας της θα αρνιόταν, να του τη δώσει με προξενιό, δεδομένης της ιεραρχίας που επικρατούσε στη δομή της τότε αυστηρής οικογένειας. Αποφάσισε, λοιπόν, ότι δε θα είχε ελπίδες σ΄ ένα επικείμενο προξενιό δεδομένων των προαναφερομένων δυσκολιών και  μη έχοντας άλλη διέξοδο αποφάσισε, να καταφύγει στη λύση της  απαγωγής. Στην Κρήτη λέμε, ότι ο έρωτας κουζουλαίνει τον άνθρωπο και ο Λευτέρης έκανε τη μεγάλη κουζουλάδα. Πολλά χρόνια μετά έλεγε ο Λευτέρης: « Δεν με ήθελεν ο κύρης της, ούτε εκείνη, γι΄ αυτό την εστεφανώθηκα με το ζόρι».
             Οι Βρέντζηδες, η οικογένεια της απαχθείσας,  έψαχναν  στην ευρύτερη περιοχή των Ανωγείων με αγωνία και οργή όλη τη νύχτα και την επόμενη μέρα στα πιθανά μέρη, όπου θα μπορούσε να κρύβεται το ζευγάρι με τους συνδρομητές, αλλά χωρίς κανένα θετικό αποτέλεσμα.
Η Μαρία συνέχισε την αφήγησή της και μου είπε: « Την επομένη νύχτα επιστρέψαμε στο χωριό στο σπίτι του Σταύρου Μανουρά ή Ψαροσταύρου στο Μετόχι. Εκεί ήλθε  αμέσως ο παπά Γιώργης Ανδρεαδάκης και μου είπε, ότι έχει συνεννοηθεί με τον πατέρα μου να μας παντρέψει. Αργότερα διαπίστωσα, ότι αυτά που μου είπε ο παπάς, ήταν ψέματα. Άρχισε το μυστήριο με  κουμπάρους τους Παπαδιό Μανώλη ή Μπαντουβά και Κουνάλη Χαράλαμπο ή Μπετσιμέ. Παρόντες ήταν οι συνδρομητές και ελάχιστοι συγγενείς του Λευτέρη».             
          Ακολούθησε τραπέζι στο ζευγάρι και στους λίγους παρευρισκόμενους. Έγιναν μετά συζητήσεις για το τι θα απογίνουν οι μελλόνυμφοι, γιατί  ο πατέρας της Μαρίας ήταν ανένδοτος και δεν τους δέχονταν ούτε στο σπίτι του, αλλά ούτε και  στο χωριό. Πήραν την απόφαση να φύγουν πάλι για το βουνό, διότι  η παραμονή τους στο χωριό εγκυμονούσε κινδύνους  και απαρχή βεντέτας επειδή τα πνεύματα ήταν  πάρα πολύ οξυμμένα.           
    Δεν έγινε γλέντι, όπως γίνονταν στους κανονικούς γάμους, δεν κάλεσαν οργανοπαίχτες, δε χόρεψαν νέοι ντυμένοι με Κρητικές στολές (σαλβάρια), ούτε  κοπέλες  ντυμένες με την παλιά Ανωγειανή στολή Σάρτζα (τις λένε ψικαριές).  Η  Μαρία όπως ήταν φυσικό, ονειρεύονταν ένα διαφορετικό γάμο, να στέκονται δίπλα της οι γονείς της, τα αδέλφια της, οι λοιποί συγγενείς να τη συγχαρούν, να της δώσουν την ευχή τους για βίο ανθόσπαρτο και να κάνουν πολλούς απογόνους.  Η ζωή της όμως άλλαξε τόσο βίαια και απότομα από τη μια στιγμή στην άλλη, που μόνο στα όνειρα ή στα παραμύθια μπορεί να συμβεί αυτό.
             Το ίδιο βράδυ το ζευγάρι μαζί με τον Γιώργη ή Παππού αδελφό του γαμπρού, άρχισε το περιπετειώδες  ταξίδι του μέλιτος προς τον Ψηλορείτη. Βάδιζαν όλη τη νύχτα σε κακοτράχαλα μονοπάτια, τους συντρόφευε ένας πεντακάθαρος ουρανός γεμάτος μυστήρια, με αναρίθμητα αστέρια και τους έγνεφαν από εκεί ψηλά σαν μάτια. Πέρασαν από την πηγή της Αγίας Μαρίνας στη θέση «Ζώμινθο», το δάσος με  τους πρίνους, τα σφεντάμια και έφθασαν στο μικρό οροπέδιο στη θέση «Κορίτσι», που είναι η δοχή ή αποστροφή ( το μέρος που βόσκει η κάθε οικογένεια) των Μανουράδων. Εκεί στο μητάτο (πετρόκτιστη πανάρχαια θολωτή κατασκευή) παρέμειναν δυο βράδια φιλοξενούμενοι από τους συγγενείς του γαμπρού.
              Το απομεσήμερο της τρίτης μέρας  μαζί με το σύζυγο της και τον Παππού πήραν το μονοπάτι για τον Ψηλορείτη, κοντά στο Ιδαίο Άντρο, όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Δίας  με προορισμό τη θέση «Τζιγκούνια».  Ενώ περνούσαν από τη θέση «Γιαπολούστες»  συνάντησαν το Χαιρέτη Ζαχαρία ή Ζαχαριά καθισμένο δίπλα στην πηγή, να κόβει τα νύχια των ποδιών του. Τον χαιρέτησαν και αυτός με τη σειρά του, τους ευχήθηκε να ζήσουν ευτυχισμένοι. Συνέχισαν την ανηφορική πορεία στη μαδάρα (αλπική ζώνη χωρίς δέντρα), πέρασαν από την τοποθεσία «Μαύρο Μασχάλι» και μετά από τρεις περίπου ώρες έφθασαν στη θέση «Τζιγκούνια»  σε υψόμετρο χίλια εξακόσια μέτρα στο μητάτο το Μασαούτηδων. Εκεί τους φιλοξένησε  ο βοσκός Χαραλάμπης Μασαούτης ή Μασαουτοχαραλάμπης (πέθανε τέλη του 2013) και για λόγους προστασίας τους έκρυψε μέσα σε μια μικρή σπηλιά, που βρίσκεται κοντά στο μητάτο. Όμως η άγρια και ερημική αυτή περιοχή παρείχε στο ζευγάρι μια ασφάλεια έναντι των κινδύνων που διέτρεχαν. Κάτω από τη σπηλιά απλώνονταν κάθετες χαράδρες κομμένες σαν με μαχαίρι, ήταν κατάφυτες από πρίνους, σφεντάμια, πεύκα, κυπαρίσσια και αζίλακες. Ήταν το μαγευτικό πρινόδασος του Ρούβα, που είναι ίσως το μεγαλύτερο στην Ελλάδα. Το Φθινοπωρινό λιόγερμα ολοένα και παραδίδονταν στις πορφυρές γάζες του δειλινού.
               Να δούμε όμως πως μου αφηγήθηκε η Μαρία το δύσκολο αυτό νυχτερινό και περιπετειώδες ταξίδι: « Βαδίζαμε σχεδόν πάντα τη νύχτα σε μονοπάτια που περνούσαν τα πρόβατα και τα γαϊδούρια των βοσκών, τα μέρη αυτά ήταν άγνωστα σε μένα, μαζί μας ήταν και ο αδελφός του άντρα μου Γιώργης ή Παππούς.  Τα ξημερώματα φθάσαμε στη θέση «Κορίτσι» που είναι η δοχή (μέρος βοσκής)  της οικογένειας των Μανουράδων και μας φιλοξένησαν δυο μέρες. Το απομεσήμερο της τρίτης μέρας πήραμε το μονοπάτι να πάμε στων Μασαούτηδων το μητάτο. Την ώρα που περνούσαμε από τη θέση «Γιαπολούστες», είδαμε τον Ζαχαρία Χαιρέτη ή Ζαχαριά να κάθεται δίπλα στην πηγή και έκοβε τα νύχια των ποδιών του, τον άκουγα αλλά δεν τον γνώριζα , εκεί τον γνώρισα για πρώτη φορά. Τον χαιρετήσαμε και αυτός με τη σειρά του μας ευχήθηκε να ζήσουμε. Στο μητάτο του χωριανού μας Χαραλάμπη Μασαούτη ή Μασαουτοχαραλάμπη, φθάσαμε μετά από αρκετές ώρες πορείας.  Μας δέχτηκε με μεγάλη χαρά και μας οδήγησε σε μια σπηλιά που είναι πιο πέρα από το μητάτο για προστασία. Κάτω από τη σπηλιά ήταν ένα μεγάλο καταπράσινο δάσος που έμοιαζε με απέραντη  πεδιάδα, όπως μου είπε ο Λευτέρης, ήταν το δάσος του Ρούβα, δεν είχα δει ποτέ μου τόσο μαγευτικό τοπίο. Στη σπηλιά μείναμε κάμποσες μέρες, δεν θυμάμαι πόσες ακριβώς. Περνούσαμε καλά, ζούσαμε τον έρωτά μας, είχαμε αρκετά φαγητά, ενώ ο σπιτονοικοκύρης μας φέρθηκε με καλοσύνη και ευγένεια».
             Μετά από λίγες μέρες έφθασαν στο λημέρι που ήταν το ζευγάρι ο Επαμεινώνδας Ξυλούρης ή Παμίκα πρώτος ξάδελφος της Μαρίας και ο Βρέντζος Γιώργης ή Τηγανίτης. Τους είπαν, ότι είναι  απεσταλμένοι των δυο οικογενειών από τα Ανώγεια και  τους κάλεσαν να πάνε  στο χωριό για διαπραγματεύσεις, γιατί θα τους δεχτεί ο πατέρας της Μαρίας, να τελειώσει αυτή η ιστορία. Ο Τηγανίτης πρότεινε να πάνε για συζητήσεις στο μητάτο του στη θέση «Ασφενταμιά». Ο Σωμαρολευτέρης αντέδρασε να πάει σε Βρεντζανό μητάτο για λόγους ασφαλείας και αντιπρότεινε να πάνε στο σπίτι του Γιώργη Μανουρά ή Μιχαλογιώργη στο Μετόχι Ανωγείων. Με την πρόταση αυτή συμφώνησαν όλοι.  Η Παμίκα,  ο ξάδελφος της Μαρίας της είπε, μόλις βρέθηκαν μόνοι, ότι από την κορφή του βουνού παρακολουθούσαν το μητάτο με τα κιάλια  και την είδαν, να κάθεται έξω από τη σπηλιά.
             Το μαντάτο αυτό ήταν πολύ ευχάριστο  για το ζευγάρι και ετοιμάστηκαν για το ταξίδι της επιστροφής. Η Μαρία από τη μεριά της ήταν πολύ ευτυχισμένη με την εξέλιξη αυτή, υπήρχε  στο  βάθος του τούνελ μια  αχτίδα φωτός για λύση  του μεγάλου προβλήματος που περνούσαν. Έβλεπε  πλέον το μέλλον με αισιοδοξία για μια ήσυχη οικογενειακή και  ερωτική ζωή της με το σύζυγό της.
             Το απομεσήμερο έβαλαν όλοι μπροστά  το δρόμο με προορισμό το χωριό. Το μονοπάτι που έτρεχαν, ήταν πολύ στενό και  ακολουθούσε ο ένας πίσω από τον άλλο. Η Παμίκα βάδιζε  μαζί με τον Μασαουτοχαραλάμπη  και συζητούσαν διάφορα θέματα. Πάνω στη συζήτηση  λέει η Παμίκα στο Μασαουτοχαραλάμπη, το τουφέκι σου είναι πολύ ωραίο, μου  το δίνεις να το δω!  Ο Χαραλάμπης του το έδωσε αμέσως, χωρίς να υποψιαστεί κάτι το πονηρό. Μετά από λίγο του  το επέστρεψε η Παμίκα, αφού με μαεστρία είχε αφαιρέσει το κινητό ωραίο του όπλου και το είχε βάλει στη μέση του. Το όπλο πλέον χωρίς το κινητό ωραίο ήταν άχρηστο.  Ο Χαραλάμπης πήρε το όπλο και το κρέμασε  στον ώμο του, χωρίς να αντιληφθεί την απουσία του κινητού ωραίου, το μυαλό του δεν είχε πάει στο κακό.
             Όταν  έφθασαν στη θέση «Ζώμινθο» στην πηγή του νερού, ο Σωμαρολευτέρης  πήγαινε μπροστά εκατό  και πλέον μέτρα μαζί με τον αδελφό του Παππού, τον Τηγανίτη και το Βασίλη Χαιρέτη ή Φουναδοβασίλη και συζητούσαν. Πίσω ακολουθούσε κουρασμένη η Μαρία, μαζί με την Παμίκα και το Μασαουτοχαραλάμπη. Η Μαρία έτρεξε προς την πηγή, να πιεί νερό, να ξεδιψάσει και να δροσιστεί από τη ζέστη του απογευματινού ήλιου. Η Παμίκα της πρόσφερε τότε, λίγο ψωμί από τη βούργια (σακκίδιο του βοσκού)  που κρατούσε, η Μαρία  του είπε , ότι δεν θέλει ψωμί, αλλά μονάχα νερό. Ενώ άρχισε να πίνει  το νερό με τα χέρια της, είδε ξαφνικά  τον πατέρα της, να κατεβαίνει προς το μέρος της κρατώντας στα χέρια του ένα τουφέκι. Εκείνος δεν έχασε καιρό, φώναξε τον υπεύθυνο του αποσπάσματος της Χωροφυλακής που κάθονταν αθέατοι μέσα στους θάμνους, πήραν τη Μαρία  και του την παρέδωσαν. Ο Μασαουτοχαραλάμπης που ήταν πολύ δυνατό και παράτολμο άτομο, κατέβασε αμέσως από τον ώμο του το τουφέκι, με σκοπό να αντισταθεί, διαπίστωσε όμως, ότι ήταν άχρηστο, γιατί του είχε αφαιρέσει το κινητό ωραίο η Παμίκα. Ο Τηγανίτης φώναξε του Σωμαρολευτέρη να φύγει αμέσως, γιατί θα τον συλλάβει η Χωροφυλακή, επειδή κρατούσε όπλα. Ο Λευτέρης  αιφνιδιάστηκε από την απρόσμενη παρουσία του αποσπάσματος της Χωροφυλακής, φοβήθηκε, όπως ήταν φυσικό και  το έβαλε στα πόδια μαζί με τον αδελφό του Παππού. Έτσι, η ανήλικη και παντρεμένη πλέον Μαρία βρέθηκε στα χέρια του πατέρας της, μακριά από τον άντρα της.  Όλοι  μαζί με τη Μαρία πήραν το δρόμο της επιστροφής. Την ώρα που έφθαναν στο χωριό, ο ήλιος άρχισε να ροδίζει και τους αποχαιρετούσε.
             Ο Βόλης ευνοήθηκε  όπως ήταν φυσικό από την πολιτική κατάσταση της εποχής του εμφυλίου πολέμου, αφού ανήκε ιδεολογικά στο Λαϊκό Κόμμα σε αντίθεση με το γαμπρό, που ανήκε στην αριστερά.
Για το περιστατικό αυτό η κυρία Μαρία μου αφηγήθηκε με κάθε λεπτομέρεια και νοσταλγία τα παρακάτω: «Την ώρα που βαδίζαμε με την Παμίκα και οι άλλοι πήγαιναν μπροστά με προειδοποίησε, ότι ο πατέρας μου σχεδιάζει να με πάρει πίσω, εγώ όμως δεν του έδωσα σημασία, επειδή  ήμουνα παντρεμένη με το Λευτέρη. Όταν πήγα να πιώ νερό από την πηγή στη Ζώμινθο, είδα ξαφνικά τον πατέρα μου να κατεβαίνει προς το μέρος μου κρατώντας ένα τουφέκι στα χέρια του. Τότε κατάλαβα, ότι είχαν στήσει παγίδα στο Λευτέρη και με πήραν παρά τη θέλησή μου. Μας είχαν πει ψέματα, ότι συμφώνησε ο πατέρας μου. Υποψιάστηκα τον ξάδελφο μου την Παμίκα, ότι είχε καταστρώσει το σχέδιο και έστειλε μπροστά το Λευτέρη με τους άλλους, ώστε να δοθεί το περιθώριο στον πατέρα μου και τους χωροφυλάκους να με πάρουν.  Αν ήταν κοντά ο άνδρας μου, δεν θα άφηνε να με πάρουν, θα αντιδρούσε δυναμικά και ίσως να γινόταν αιματηρό επεισόδιο, αφού πάνω του κρατούσε ένα πιστόλι και μια χειροβομβίδα. Ενώ πλησιάζαμε  με τον πατέρα μου   στο χωριό, του ζήτησα ταπεινά συγνώμη, γιατί δεν έφταιγα σε τίποτα. Αυτός μου είπε, ότι θα πάμε στο σπίτι να μη με νοιάζει για τίποτα και όλα τα πάνε καλά στο εξής».
Είναι προφανές, ότι υπήρχε προμελετημένο σχέδιο, να πάρουν πίσω την ανήλικη Μαρία και εκτελεστές του σχεδίου ήταν οι μυημένοι και απεσταλμένοι από το Βόλη Επαμεινώνδας Ξυλούρης ή Παμίκα και Γιώργης Βρέντζος ή Τηγανίτης. Έτσι εξηγούνται τα γεγονότα, ότι ο Τηγανίτης με το Σωμαρολευτέρη και τους άλλους πήγαιναν πολύ μπροστά, ώστε να δοθεί το περιθώριο στο Βόλη και τη Χωροφυλακή να πάρουν πίσω τη Μαρία, χωρίς να μπορεί να αντιδράσει ο Σωμαρολευτέρης με την παρέα του. Δεν ήθελαν να δημιουργηθεί αιματηρό επεισόδιο και απαρχή μιας βεντέτας. Έτσι εξηγείται, γιατί η Παμίκα, είχε αφαιρέσει με αριστοτεχνικό τρόπο το κινητό ωραίο από του τουφέκι του Μασαούτη, που ήταν μαζί με τη Μαρία την ώρα της απαγωγής και προφανώς θα αντιδρούσε αποφασιστικά. Όλα τα παραπάνω δεν μπορεί να ήταν τυχαίες συμπτώσεις.
              Η Μαρία λοιπόν από τη μια στιγμή στην άλλη βρέθηκε στο πατρικό της σπίτι, μαζί με τη μητέρα και τα αδέλφια της. Την είχαν έκτοτε σε αυστηρή επιτήρηση  και δεν την άφηναν να βγαίνει έξω, γιατί φοβόντουσαν, ότι ο Λευτέρης θα έκλεβε τώρα πια τη νόμιμη σύζυγό του για δεύτερη φορά. Η Μαρία, η ηρωίδα μας, όλο αυτό το διάστημα που έμεινε στο σπίτι, προσπάθησε να εξισορροπήσει την κατάσταση και έδειξε ωριμότητα, ψυχραιμία, νηφαλιότητα, για να μη δυσαρεστήσει κανένα, ούτε τον απαγωγέα της- νυν σύζυγό της, αλλά  ούτε τον πατέρα της.
                Η στάση του πατέρα της ήταν στο εξής αρνητική, απόλυτη, σκληρή χωρίς ενδείξεις υποχώρησης, αρνούμενος να αφήσει τα παιδιά να ζήσουν το νεανικό τους έρωτα. Πέρασαν δυο χρόνια χωριστά, χωρίς η Μαρία να έχει  καμία επικοινωνία με τον άνδρα της.
             Ρώτησα τη Μαρία αν είχαν καμιά επικοινωνία στο διάστημα, που ήταν χώρια με το Λευτέρη και μου είπε τα παρακάτω: «Δεν είχαμε καμιά επικοινωνία, έβγαινα σπάνια από το σπίτι μας και πάντα με συνοδεία συγγενικού προσώπου. Μια μέρα πήγαμε με την ξαδέλφη μου τη Σκαμπιλολένη, να πάρουμε νερό από τη βρύση  που ήταν έξω από το σπίτι του Γιουργουλένιο.  Στην επιστροφή συναντήσαμε στο δρόμο τυχαία το Λευτέρη μαζί με τον Κώστα Μανουρά ή Σαρακινόκωστα, άφησα αμέσως το σταμνί κάτω και τρέχοντας πήγα στο σπίτι».
              Λίγα χρόνια αργότερα το βράδυ στις 20 Αυγούστου 1950, ο Κώστας Κεφαλογιάννης ή Κουντόκωστας από τα Ανώγεια απήγαγε την Τασούλα θυγατέρα του Καπετάν Πετρακογιώργη και βουλευτή του κόμματος των Φιλελευθέρων, την ώρα που έβγαινε με την αδελφή της και τον κουνιάδο της από τον κινηματογράφο «Όαση» του Ηρακλείου. Έφτασε σε σημείο να κηρύξει η τότε Κυβέρνηση του Σοφοκλή Βενιζέλου στρατιωτικό νόμο στην Κρήτη. Κινητοποίησε Στρατό και Χωροφυλακή δυνάμεως πάνω από 2.000 αντρών, για να κυνηγήσουν τον απαγωγέα στον Ψηλορείτη, τον επικήρυξε ως ληστή και επέβαλε λογοκρισία στον τύπο. Η απαγωγή αυτή έγινε τότε παγκόσμιο γεγονός και πρωτοσέλιδο στις εφημερίδες. Ήδη  έχουν εκδοθεί δυο βιβλία σχετικά με την απαγωγή αυτή.
             Ο Σωμαρολευτέρης βρίσκονταν συνεχώς σε μια περιδίνηση, μέσα του γίνονταν μια φοβερή πάλη και δεν μπορούσε να χωνέψει την παγίδα που του έστησαν. Ένα ισχυρό συναίσθημα προσπαθούσε να σπάσει το τσόφλι του χρόνου και όλα γύρω του βυθίζονταν στην αχλή του παρελθόντος. Πήγαινε πάνω κάτω σαν τρελός και ήταν πάντα έτοιμος για καυγά, άλλωστε ήταν πολύ ζωηρός άνθρωπος και άρχισε να κάνει επιθέσεις σ΄ αυτούς που τον είχαν προδώσει. Εδώ σε θέλω κάβουρα, που λένε, να περπατάς στα κάρβουνα. Έκτοτε συνέβησαν διάφορα επεισόδια μικρής ή μεγάλης έντασης μεταξύ των δυο εμπλεκόμενων οικογενειών.
             Μια μέρα ο Σωματολευτέρης πήγε στο καφενείο του Γιάννη Μανουρά ή Ζωνογιάννη, εκεί κάθονταν  ο Τηγανίτης με άλλα άτομα. Τράβηξε το μαχαίρι που κρατούσε και επιτέθηκε στον Τηγανίτη με σκοπό να τον μαχαιρώσει. Ο Ζαχαρίας Χαιρέτης ή Ζαχαριάς του πέταξε μια καρέκλα, η οποία πήγε στα χέρια του, τον καθυστέρησε και δόθηκε το περιθώριο στα άλλα άτομα που ήταν στο καφενείο και τον έπιασαν. Ο Τηγανίτης δεν αντέδρασε παρά το ότι, ήταν μεγάλο παλικάρι και είπε μετά το επεισόδιο στην παρέα: «Ο Σωμαρολευτέρης έχει δίκιο, γιατί τον προδώσαμε». Το περιστατικό αυτό έμεινε μεταξύ τους και δεν πήρε ευρεία διάσταση.
              Ο Αντώνης Βρέντζος ή Σουρούλιος συγγενής του Βόλη συνάντησε μια μέρα στο καφενείο του Σπυριδομανώλη τον Γιώργη Μανουρά ή Ρουπάτσα,  τράβηξε το πιστόλι, του έριξε και τον τραυμάτισε ελαφρά στο μηρό.
             Η Ειρήνη η μεγάλη αδελφή της Μαρίας στο μεταξύ  είχε παντρευτεί το Βασίλη Κουνάλη ή Κομόδιο, ο οποίος  μια μέρα συνάντησε το Σωμαρολευτέρη στην πλατεία «Αρμί», τράβηξε το πιστόλι, το  ακούμπησε  στο στήθος του Λευτέρη και πάτησε τη σκανδάλη, το όπλο όμως έπαθε αφλογιστία. Λένε ότι ο Σωμαρολευτέρης κρατούσε πάντα ένα μικρό ασημένιο Αγιοκωστάντινο, το οποίο του είχε δώσει ένας Ιταλός και αυτό τον προφύλαξε. Έτσι σώθηκε ο Λευτέρης και αποφεύχθηκε η απαρχή μιας βεντέτας.
               Οι καυγάδες και οι αψιμαχίες μεταξύ των Βρέντζηδων και των Μανουράδων καλά κρατούσαν χωρίς τελειωμό. Προφυλάξεις έπαιρναν αμφότερες οι  οικογένειες προς αποφυγή βεντέτας, ζούσαν στο ίδιο χωριό και τα σπίτια των δυο οικογενειών βρίσκονταν σε κοντινή απόσταση.  Οι διάφορες συζητήσεις που γίνονταν με το Βόλη από επιφανείς παράγοντες των Ανωγείων για την επίλυση του προβλήματος, δεν έφερναν κανένα θετικό αποτέλεσμα.
              Ρώτησα τη Μαρία στις 6 Μαρτίου 2013, αν στο διάστημα που ήταν χώρια με το Λευτέρη ενδιαφέρθηκε κάποιος άλλος άνδρας γι αυτή και μου απάντησε:  «Τέσσερις γαμπροί με ζήτησαν με προξενιό από τον πατέρα μου, να με παντρευτούν  στο διάστημα των δυο ετών, που είμαστε χώρια με το Λευτέρη, αλλά εγώ αρνιόμουνα πεισματικά».  Η άρνηση της Μαρίας πιθανότατα εκφράζει τον ανομολόγητο πλέον έρωτά της  για το Λευτέρη, η οποία δεν τον ξέχασε και δεν τον απαρνήθηκε ποτέ.  
              Ο χειμώνας του 1947 είχε μπει για τα καλά με πολλές  βροχές και παγωμένους βοριάδες σε καθημερινή βάση, ενώ ο Γέρο Ψηλορείτης είχε γίνει κατάλευκος από τα χιόνια. Οι γειτόνισσες κάθε βράδυ μαζεύονταν σε κάποιο σπίτι γύρω από το τζάκι ή την σόμπα,  έψηναν κάστανα, ξεροτηγάνιζαν κουκιά,  έτρωγαν ξηρούς καρπούς, φρούτα και ό, τι άλλο κρατούσαν στο σπίτι που γίνονταν η βεγγέρα. Πολλές φορές οι βεγγέρες κρατούσαν και μετά τα μεσάνυχτα κάτω από με το ισχνό φως της λάμπας πετρελαίου ή το λύχνο, γιατί τότε δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα στα Ανώγεια. Εκτός από τα νέα της ημέρας συζητούσαν διάφορα θέματα όπως: ποιος αρραβωνιάστηκε, ποιος παντρεύτηκε, ποιος αγαπά την τάδε, ποιοί τσακώθηκαν. Έλεγαν παραμύθια, που πολλές φορές κατέληγαν σε νεράιδες και εμείς τα μικρά παιδιά φοβόμαστε να πάμε για ύπνο ή να βγούμε έξω από το σπίτι. Ραδιόφωνα στο χωριό υπήρχαν ελάχιστα κυρίως στα καφενεία και σε πολύ λίγα σπίτια, ενώ η τηλεόραση ήταν τελείως άγνωστη σε όλη την Ελλάδα.
                Ο  Βόλης, ο πατέρας της Μαρίας, είχε πάει τα πρόβατα στο χειμαδιό του στη θέση Ρουσές στην περιοχή αεροδρομίου του Ηρακλείου.  Ήταν Γενάρης μήνας και τα Ανώγεια είχαν γίνει κατάλευκα από τα χιόνια. Η Ανδρονίκη η μητέρα της Μαρίας, έμενε στο σπίτι  της  κόρης της Ειρήνης στη συνοικία Κουναλιανά, γιατί είχε γεννήσει και την ξελουχούνευε (τη βοηθούσε). Στο σπίτι βρίσκονταν η Σοφία, η Μαρία και βεγγέριζαν με τη φίλη τους Μαρία την Αρχανιώτισσα (κατάγονταν από τις Αρχάνες), η οποία ήταν μοδίστρα της Οικοκυρικής στα Ανώγεια. Την ώρα που θα έπεφταν για ύπνο, έβρεχε καταρρακτωδώς και είπαν στην Αρχανιώτισσα να μείνει μαζί τους στο σπίτι, γιατί με τέτοιο καιρό δεν μπορούσε να πάει στο σπίτι της. Έτσι, η Μαρία κοιμήθηκε στο πίσω δωμάτιο μαζί με την Αρχανιώτισσα  και η  αδελφή της Σοφία  στο πρώτο δωμάτιο.
                Μετά τα μεσάνυχτα που είχε ησυχάσει το χωριό,  άνοιξε  βίαια το  πάνω παράθυρο που ήταν περίπου δυο μέτρα από το έδαφος, μπήκε μέσα ο Σωμαρολευτέρης, πήγε στο δωμάτιο που κοιμόταν η Σοφία, προφανώς από λάθος, τη σήκωσε στον ώμο του, άνοιξε την πόρτα και έφυγε. Η Σοφία φώναξε: « Λάθος κάνεις! Παναγία μου, Μαρία !»  Αλλά ο Σωματολευτέρης δεν την πίστεψε και προχωρούσε. Είχαν πάει περίπου εκατό μέτρα έξω από το καφενείο του Γιάννη Μανουρά ή Ζωνογιάννη, άναψε ο Παππούς ο αδελφός του Σωμαρολευτέρη το φακό  και είδε ότι είχαν πάρει τη Σοφία.  Την κράτησε ο Σωμαρολευτέρης για να μη φωνάζει και  ξεσηκώσει το χωριό, επέστρεψε στο σπίτι ο Παππούς, που έτρεχε πιο γρήγορα και πήρε τη Μαρία, όπως ήταν με τη νυχτικιά. Μόλις έφερε πίσω τη Μαρία, άφησαν ελεύθερη τη Σοφία, η οποία επέστρεψε στο σπίτι. Οι ίδιοι συνδρομητές περίμεναν και αυτοί έξω από το καφενείο του Ζωνογιάννη. Όλοι μαζί απομακρύνθηκαν γρήγορα  από το χωριό για να μην τους κυνηγήσουν οι Βρέντζηδες. Κατέληξαν  σε μια σπηλιά ανατολικά των Ανωγείων στη θέση «Κιάφα» μέχρι να σταματήσει η καταρρακτώδης βροχή. Μετά από λίγο έφθασε στη σπηλιά  ο Γιώργης Μανουράς ή Ρουπάτσα,  ο οποίος έδωσε ένα παλτό στη Μαρία να το φορέσει, για να μην κρυώνει.
              Το λυκαυγές πλέον η βροχή είχε σταματήσει και  όλοι μαζί πήραν την ανηφόρα για τον Ψηλορείτη. Περπατούσαν πάνω στα χιόνια, με τη συνοδεία ενός μανιασμένου  και παγωμένου βοριά που διαπερνούσε τα κόκαλα. Μετά από δυο ώρες δύσκολης πορείας  ιδιαίτερα για τη Μαρία  που  τα πόδια της ήταν συνεχώς μέσα στα χιόνια χωρίς προστασία, έφτασαν στην Αγία Μαρίνα στη θέση Ζώμινθος σε μεγάλο υψόμετρο. Από εκεί ακολούθησαν ανατολική κατεύθυνση τρέχοντας πάνω στο   χιονισμένο τοπίο με κάτασπρους τους πρίνους, τα κυπαρισσόδενδρα, τα σφεντάμια, ενώ ψηλά οι μαδάρες χαίρονταν το χιόνι. Τα γυμνά πόδια της Μαρίας είχαν γίνει κατακόκκινα από τη συνεχή επαφή με το χιόνι, σε σημείο να πάθουν κρυοπαγήματα. Πέρασαν  διαδοχικά από τις θέσεις Ξερολίμνη, Κρουσανιώτικο Λιβάδι,  το κακοτράχαλο φαράγγι της Αγίας Ειρήνης με τις κάθετες ορθοπλαγιές και το απομεσήμερο ύστερα από μεγάλο κάματο έφτασαν στο χωριό Κρουσώνας.
Η διαδρομή ήταν πάρα πολύ μεγάλη με  εμπόδια, όπως το χιόνι που είχε κρύψει το μονοπάτι, οι πολύ χαμηλές θερμοκρασίες, οι θάμνοι που τους κτυπούσαν στα πόδια και το δρολάπι που τους ακολουθούσε σε όλη τη διαδρομή. Η Μαρία βρίσκονταν  σε άθλια κατάσταση, τα πόδια της έτρεχαν αίματα από πολλά σημεία και είχε παγώσει κυριολεκτικά. Κόνεψαν στο σπίτι του Γιάννη Μανουρά ή Στελογιάννη που ήταν συγγενής του Σωμαρολευτέρη και τον οποίο είχε ειδοποιήσει από την προηγούμενη μέρα.
               Ας δούμε όμως πώς μου αφηγήθηκε τη δεύτερη απαγωγή της η ίδια η Μαρία: «Το χειμωνιάτικο εκείνο βράδυ του Γενάρη είχε έλθει στο σπίτι μας η φίλη μας η Αρχανιώτισσα και βεγγερίζαμε. Όταν ήρθε η ώρα να φύγει, άρχισε απότομα καταρρακτώδης βροχή και της είπαμε να ξωμείνει μαζί μας. Εγώ κοιμήθηκα μαζί της στο πίσω δωμάτιο, ενώ στο μπροστινό δωμάτιο κοιμήθηκε η αδελφή μου η Σοφία.    Κατά τη διάρκεια του ύπνου ονειρευόμουνα, ότι έβρεχε δυνατά, εγώ λέει διψούσα πολύ και ήθελα να πιώ νερό. Μετά τα μεσάνυχτα ξύπνησα από το  βίαιο άνοιγμα που έκανε το πάνω παράθυρο, που ήταν δυο μέτρα πάνω από το έδαφος. Μπήκε μέσα στο σπίτι ο σύζυγός μου Λευτέρης, πήγε στο μπροστινό δωμάτιο, σήκωσε την αδελφή μου Σοφία από το κρεβάτι και έτρεχε προς την πόρτα. Τότε άκουσα τη Σοφία να φωνάζει:  «Λάθος κάνεις, Παναγία μου Μαρία». Άνοιξε την πόρτα και έφυγε, εμείς δεν φωνάξαμε.
              Σε λίγη ώρα μπήκε στο δωμάτιο ο Παππούς  ο αδελφός του Λευτέρη και με πήρε, τότε τον είπα «γάιδαρο» και του έπαιξα ένα χαστούκι. Πήγαμε στο σημείο που περίμενε ο Λευτέρης, άφησε τη Σοφία και απομακρυνθήκαμε γρήγορα  από το χωριό  για να μην μας προλάβουν. Μαζί μας ήταν και οι συνδρομητές Λευτέρης Αεράκης ή Νταρολευτέρης, Γιώργης Αεράκης ή Νταρογιώργης, Κώστας Καφατσής ή Καφατσόκωστας, Μανώλης Μανουράς ή Ζωνομανώλης και Σταύρος Μανουράς ή Ψαροσταύρος.  Έβρεχε πάρα πολύ, πήγαμε ανατολικά από το χωριό στη θέση «Κιάφα» και προφυλαχτήκαμε σε μια σπηλιά, μέχρι να περάσει η βροχή. Μετά από λίγο έφθασε στη σπηλιά ο Γιώργης Μανουράς ή Ρουπάτσα και μου έφερε ένα πλατό. Εγώ φορούσα τη νυχτικιά μου και μια ζακέτα, ενώ τα παπούτσια μου ήταν από φελλό.
               Τα ξημερώματα σταμάτησε η βροχή, φύγαμε όλοι και ανηφορήσαμε στο βουνό, περάσαμε  από τη Ζώμινθο με προορισμό το χωριό Κρουσώνα. Τρέχαμε σε άγνωστα για μένα μέρη πάνω στα χιόνια, φυσούσε παγωμένος βοριάς και το κρύο ήταν ανυπόφορο. Είχα παγώσει ολόκληρη, δεν ένοιωθα τα πόδια μου, που ήταν συνεχώς μέσα στο χιόνι, φοβήθηκα, ότι θα πάθαινα κρυοπαγήματα και έτρεμα σύγκορμη. Δύναμη έπαιρνα από την αγάπη που είχα για το Λευτέρη και έλεγα μέσα μου, θα τα καταφέρω, θα τα καταφέρω. Ένοιωθα πάρα πολύ κουρασμένη  και εξαντλημένη, ενώ ο δρόμος ήταν ατελείωτος.
              Μετά το μεσημέρι φθάσαμε στον Κρουσώνα, πήγαμε στο σπίτι  του Γιάννη Μανουρά ή Στελογιάννη που ήταν συγγενής του άντρα μου. Μας περίμεναν, γιατί τους είχε ειδοποιήσει ο σύζυγός μου. Μόλις με είδε η αδελφή της συζύγου του σπιτονοικοκύρη, να είμαι τόσο ταλαιπωρημένη, με τη νυχτικιά, να φοράω φελλούς, να τρέχουν τα πόδια μου αίματα από τα γόνατα και κάτω, είπε με απαξίωση : « Αυτή είναι η λεγάμενη, που θα μας ξεβγάλει όλους;». Τα λόγια της ήταν προσβλητικά για μένα, αλλά  δεν μίλησα, σεβάστηκα τη φιλοξενία τους. Η κοπέλα αυτή πήγε αμέσως, έφερε μια λεκάνη με ζεστό νερό και προθυμοποιήθηκε να μου πλύνει τα πόδια. Εγώ αρνήθηκα την προσφορά της, γιατί λίγο πριν με είχε πληγώσει με τα λόγια της, τα έπλυνα μόνη μου, συνήλθαν κάπως από το κρύο και τις πληγές που είχαν κάνει.
               Καθίσαμε στο τζάκι ζεσταθήκαμε, φάγαμε κάτι και συνήλθαμε. Είχα ηρεμήσει και τότε είπα μέσα μου, αφού γλίτωσα εγώ τούτη την παγερή  βραδιά, με τόσο κρύο και ταλαιπωρίες, δεν θα πεθάνω ποτέ μου. Το σπίτι όπου μας φιλοξένησαν, ήταν πάρα πολύ φτωχικό. Την ίδια μέρα μας πήγαν στο σπίτι της παντρεμένης κόρης του Στελογιάννη και μας έστρωσαν κρεβάτι στον οντά του σπιτιού.  Ενώ τους συνδρομητές φιλοξένησαν σε άλλα σπίτια Ανωγειανών που κάθονταν μόνιμα στον Κρουσώνα. 
               Την επομένη μέρα μου έφεραν καινούργια ρούχα, στολίστηκα και έγινα σαν κούκλα. Είδα τότε την κοπέλα που με είχε προσβάλει, να  με κοιτάζει με θαυμασμό, χωρίς να μου πει τίποτα, μάλλον είχε μετανιώσει  για τα  λόγια της προηγούμενης μέρας. Στον Κρουσώνα καθίσαμε 15 μέρες. Όλοι οι Ανωγειανοί που κάθονταν  εκεί μόνιμα μας φιλοξένησαν στα σπίτια τους και μας φέρθηκαν  πολύ φιλικά.
               Η αστυνομία είχε αρχίσει να ρωτά και να κάνει έρευνες, αν είμαστε στον Κρουσώνα. Έτσι αποφάσισε ο άνδρας μου να φύγουμε από το χωριό για λόγους ασφαλείας.
                Θεωρώ ότι η φίλη μας η Αρχανιώτισσα ήταν βαλτή, είχε έλθει στο σπίτι μας, να μείνει και είχε ειδοποιήσει που κοιμόμουνα, για να με πάρουν. Εγώ πάντως δεν ήξερα τίποτα».
              Την ώρα της απαγωγής της Μαρίας επικράτησε απόλυτη ησυχία, η Σοφία   φώναξε μόνο, ότι την πήραν λάθος, η Μαρία  με την Αρχανιώτισσα δε φώναξαν, να ξεσηκώσουν τη γειτονιά, έτσι τουλάχιστο φαίνεται, ότι όλες ήταν μυημένες στο κόλπο της απαγωγής. Πάντως η ίδια η Μαρία αρνήθηκε, ότι ήταν ειδοποιημένη για την  απαγωγή της, ίσως και να μην το ήξερε η ίδια.
               Η Μαρία ήταν πλέον ενήλικη, αγαπούσε τρελά το Λευτέρη και η Χωροφυλακή που κινήθηκε από το Βόλη, δεν μπορούσε να την πάρει πίσω. Λόγοι όμως ασφαλείας επέβαλαν προς αποφυγή βεντέτας, να φύγουν από τον Κρουσώνα να πάνε σε νέο κρησφύγετο.
 Μετά από δέκα πέντε μέρες φιλοξενίας στον Κρουσώνα μετακόμισαν στο χωριό Κάτω Μούλια.  Εκεί  τους κόνεψε  στο σπίτι του ο Ανωγειανής καταγωγής  Ξυλούρης Γιώργης ή Καντρής, που ήταν συγγενής με το Λευτέρη. Στα Κάτω Μούλια ζουν μόνιμα οι Ανωγειανής καταγωγής οικογένειες των Δραμουντάνηδων, Σκουλάδων και Ξυλούρηδων. Όλοι οι κάτοικοι του χωριού άνοιξαν διάπλατα τα σπίτια τους στο ζευγάρι και τους φιλοξενούσαν συνεχώς. Συνεννοήθηκαν οι νοικοκυρές του χωριού και χάρισαν στη Μαρία, κουβέρτες, σεντόνια, πετσέτες και  όλα τα οικιακά σκεύη για να στήσει το νοικοκυριό της. Ως γνωστό  η Μαρία έφυγε από το πατρικό της σπίτι  μόνο με τη νυχτικιά, τα παπούτσια από φελλό και μια ζακέτα.  Έζησαν μια ξέγνοιαστη ερωτική ζωή χωρίς ταλαιπωρίες και φόβο. Άλλωστε δυο χρόνια ήταν μακριά ο ένας από τον άλλο, ήταν πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα για δυο ερωτευμένα παιδιά. Η Μαρία αναγνωρίζει ακόμα και σήμερα τη μεγάλη φιλοξενία που τους πρόσφεραν στα Κάτω Μούλια και τους ευχαριστεί  πολύ για τα γαμήλια δώρα που της χάρισαν. Μάλιστα έχει κρατήσει μερικά από αυτά μέχρι σήμερα ως κειμήλια.
              Τα πράγματα στο χωριό είχαν ηρεμήσει και  το μήνυμα που πήρε το ζευγάρι ήταν, να επιστρέψουν στο χωριό ελεύθερα χωρίς κανένα φόβο, αλλά ο Βόλης ο πατέρας της Μαρίας δεν θα τους δεχτεί στο σπίτι του. Έτσι μετά από σαράντα πέντε μέρες αξέχαστης φιλοξενίας, ξεγνοιασιάς και έρωτα επέστρεψαν στα Ανώγεια και εγκαταστάθηκαν στο πατρικό σπίτι του Λευτέρη.  Έμεναν μαζί με την πεθερά της, τα αδέλφια του συζύγου της Γιώργη ή Παππού, το Βασίλη και την αδελφή του Όλγα, οι άλλες του αδελφές ήταν παντρεμένες.
             Η Μαρία μου είπε: « Με αγαπούσαν όλοι τους πάρα πολύ, γίναμε μια οικογένεια, περάσαμε φτωχικά, αλλά πολύ καλά όσα χρόνια μείναμε μαζί».
             Ο Σωμαρολευτέρης ήταν πολύ έξυπνος άνθρωπος, κοινωνικός, εγωιστής και άσκησε το επάγγελμα του χασάπη. Την πόρτα του κρεοπωλείου του την άφηνε πάντα ξεκλείδωτη μέρα και νύχτα. Οι πελάτες κυρίως τις νυχτερινές ώρες  πήγαιναν έπαιρναν κρέας, το ζύγιζαν και του άφηναν τα χρήματα στο συρτάρι ή πήγαιναν την επομένη μέρα και τον πλήρωναν. Η ΕΡΤ είχε κάνει πριν από πολλά χρόνια ρεπορτάζ σχετικά με το χασάπικο, που ήταν ανοιχτό  μέρα και νύχτα. Από το επάγγελμα αυτό έκτισε δικό του σπίτι και έθρεψε τα επτά παιδιά του 2 αγόρια και 5 θυγατέρες. Υπηρέτησε το Δήμο Ανωγείων από τη θέση του δημοτικού συμβούλου πολλές τετραετίες και προσέφερε πολλά στο χωριό του, το οποίο υπεραγαπούσε. Γνώριζε τα πάντα για τους Ανωγειανούς και τοποθετούσε την οικογένεια των Μανουράδων ως πρώτη οικογένεια στο χωριό, ενώ οι άλλες οικογένειες ακολουθούσαν πίσω. Στην άποψη του αυτή ήταν δογματικός και αμετάπειστος, πέθανε το έτος 2002.
            Ο Λευτέρης  υπεραγαπούσε τη Μαρία, που μέχρι και μαντινάδες της έβγαλε: «Στης θάλασσας τα κύματα, πατώ και δεν βουλούνε, σαν θέλω εγώ να σ΄ αγαπώ κανένα δεν φοβούμαι».
            Αλλά και η Μαρία που αγάπησε τρελά το Λευτέρη, κάθε φορά που της έλεγε μαντινάδα  του απαντούσε: «Φεγγάρι που  ΄σουνα παρόν στον όρκον τον δικό μας, μη μαρτυρήσεις τα φιλιά που κάναμε οι δυο μας».
              Σε ερώτηση μου προς τη Μαρία αν τη δέχτηκε ποτέ ο πατέρας της στο σπίτι του, μου είπε: « Ο πατέρας μου δεν δέχτηκε ποτέ, ούτε εμένα, ούτε το σύζυγό μου, ούτε τα παιδιά μου. Δίπλα  από το σπίτι του πατέρα μου υπήρχε μια αλάνα και κάθε  απόγευμα μαζεύονταν εκεί τα παιδιά της γειτονιάς μαζί με τα δικά μου και έπαιζαν. Τα ξένα παιδιά έλεγαν στα δικά μου, να αυτός είναι ο παππούς σου και αυτή η γιαγιά σου. Η μακαρίτισσα η μητέρα μου έκοβε φέτες ψωμί, τις έβρεχε, έβαζε πάνω ζάχαρη, έδινε σε όλα τα παιδιά και στα δικά μου. Φοβόταν τον πατέρα μου να καλέσει στο σπίτι τα εγγόνια της. Ποτέ της δεν τους είπε, ότι είναι η γιαγιά τους, τέτοια εντολή είχε πάρει από τον πατέρα μου.
             Σε μεγάλη ηλικία ο πατέρας μου έπαθε βαρύ εγκεφαλικό, εξ αιτίας του οποίου δεν μπορούσε να περπατήσει και να μιλήσει. Μια μέρα περνούσα έξω από το σπίτι μας, τον είχαν στην αυλή σε μια καρέκλα και λιαζότανε. Τον πλησίασα, του έπιασα το χέρι του, το φίλησα και του είπα να με συγχωρέσει, αν έφταιξα πουθενά. Τον είδα να δακρύζει, δεν μπορούσε να μου μιλήσει, αλλά από το ύφος του κατάλαβα, ότι δεν ήταν θυμωμένος μαζί μου. Τον χαιρέτισα και έφυγα. Αυτή ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που τον πλησίασα.
              Στο  θάνατο του δεν πήγα, ούτε εγώ, ούτε ο άνδρας μου, ούτε κανένα από τα παιδιά μου, γιατί δεν μας το επέτρεψαν. Καθόμουνα στο σπίτι και τον έκλαιγα. Στα εννιάμερα κτύπησε το τηλέφωνο, το έπιασα και ήταν η αδελφή μου η Σοφία. Μου είπε να συγχωρέσω τον πατέρα μας. Εγώ της είπα, ότι ήδη τον έχω συγχωρέσει και κλάψει. Αυτή η χειρονομία της αδελφής μου, με ευχαρίστησε πάρα πολύ. Μέχρι σήμερα που σου τα  λέω όλα αυτά, εξακολουθούν να μη μας μιλούν. Αυτό είναι το αιώνιο παράπονό μου».
              Η δια βίου άρνηση του Βόλη να μιλήσει στην κόρη του, στον γαμπρό του και στα εγγόνια του, παρά το ότι είχε δίκιο, είναι ένα πρωτοφανές γεγονός για τα Ανώγεια. Είχαν υπάρξει στο παρελθόν και άλλες παρόμοιες  περιπτώσεις απαγωγής, αλλά μετά από ένα εύλογο χρονικό διάστημα τους δέχονταν οι γονείς. Η περίπτωση του Βόλη  εξακολουθεί να είναι μοναδική και παροιμιώδης στα Ανώγεια από τότε ίσαμε σήμερα. Έκτοτε όποιος Ανωγειανός θέλει να δείξει την αδιαλλαξία του για οποιοδήποτε θέμα λέει:  «Θα γίνω Βόλης», ενώ για τον άκαμπτο στις απόψεις του άνδρα λένε: «Αυτός έγινε Βόλης».-
                                                                        Μοίρες 22-2-2016
                                                               ΜΑΝΟΛΗΣ  ΜΙΧ. ΔΑΚΑΝΑΛΗΣ

       Στις 22 Νοεμβρίου 2014 στο αμφιθέατρο του Πολεμικού Μουσείου Αθηνών σε μια μεγάλη πνευματική εκδήλωση με αρκετούς  ομιλητές  και πλήθος προσκεκλημένων που πραγματοποίησε ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ ΚΥΠΡΙΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ, μου απονεμήθηκε το Α΄ Παγκόσμιο Βραβείο λογοτεχνίας του 5ου Λογοτεχνικού Διαγωνισμού προς τιμή της Βίκυς  Ζαχαρίου και Δημήτρη Μανιού για το διήγημα-μυθοπλασία  "ΔΙΠΛΗ ΑΠΑΓΩΓΗ". Την απονομή μου έκανε ο κ. Φώτης  Φωτίου Επίτροπος Προεδρίας της Κύπρου και πρώην Υπουργός Άμυνας. Ευχαριστώ πολύ τον Πρόεδρο του ΕΠΟΚ κ. Ηρακλή Ζαχαριάδη και όλους τους κριτές που αξιολόγησαν για πρώτο το διήγημα μου. Στο τέλος ακολούθησαν χοροί από την Κρήτη και δεξίωση.
 
O Πρόεδρος Ηρακ. Ζαχαριάδης

Κρητικό συγκρότημα χόρεψε χορούς

Κατάμεστο το αμφιθέατρο

Επίσημοι προσκεκλημένοι

Στην αίθουσα της δεξίωσης

Ετοιμάζουν τη δεξίωση

Με το Α΄ Βραβείο

Από την απονομή

  
   
Εκπρόσωπος του Αρχιεπισκόπου Αθηνών


Πρώτος αριστερά ο κ. Φωτίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου